Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2011

Αμφιβολία (Φοίβος Δεληβοριάς)

Θα αμφιβάλλεις, γιατί έτσι παίζεται αυτό Η φαντασία σου Θα βάζει στην αγάπη μου εμπόδιο Οι συγγενείς σου , οι φίλοι απ'το δημοτικό Ταινίες με τίτλους όπως"Η αγάπη το βάζει στα πόδια" Ο βίος ο σύγχρονος, το άρωμα σου που σε κάνει ξεχωριστή Η κάμερά σου που στέκεται στο φούτερ σου και σε κοιτάζω Κάποιος που υπήρξε και κάποιος που δεν ήρθε στη σωστή σου στιγμή Εγώ παράλυτος κι Εγώ που περπετώντας το κορμί μου γυμνάζω Θα αμφιβάλλω, γιατί έτσι κουρδίζεται αυτό Η εμπειρία μου θα υψώνει στο δόσιμό σου εμπόδια Η απόδρασή μου, οι τσόντες μου σ'ένα φόλντερ κρυφό Και τα χαρτάκια στο αμάξι από χιλιάδες διόδια Ο βίος της Τέχνης, το στούντιο, μ'ένα PC που κρασάρει διαρκώς Η κάμερά μου που στέκεται στο πιάνο μου και με κοιτάζεις Κάποια που υπήρξε και κάποια που μ'έκανε να νιώθω μισός Εσύ αριστούργημα κι Εσύ μόνη το μέικ-απ να βγάζεις Θα αμφιβάλλεις, γιατί έτσι πηγαίνει αυτό Έτσι οδηγείται, έτσι φλέγεται, έτσι ανεβαίνει στη μέρα Έτσι το μάθαν οι άνθρωπο

Ο Λόγος που μου Είπες Σ' Αγαπώ

Ακόμα στριφογυρίζω στο μεθυσμένο μου κρεβάτι, για ένα σου γέλιο, για ένα σου μόνο δάκρυ. Καλύπτω με το σεντόνι κάθε πτυχή του εαυτού μου, τον κάθε μου φόβο την κάθε ανασφάλεια. Να περισώσω θέλω απ’ τα συντρίμμια του μυαλού μου και την χαμένη μου υπερηφάνεια. Λένε πως κάτι τέτοιες ώρες βασανίζεσαι και το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Κι είναι καλύτερα στον ύπνο να βυθίζεσαι, Απ’ το να περιφέρεσαι ξανά στα ίδια και τα ίδια. Απόψε όμως θ’ αντέξω του Μορφέα τις προκλήσεις μόνος πάλι θα ξαγρυπνώ. Να ψάχνω μέσα στις χαμένες μου αισθήσεις τον λόγο που μου είπες σ’ αγαπώ. Τον λόγο που μου είπες σ’ αγαπώ. Τον λόγο που στριφογυρίζω στο μεθυσμένο μου κρεβάτι, Τον λόγο που σκεπάζω ως και τα όνειρα μου. Για ένα γέλιο, για ένα δάκρυ, για μιαν απάτη, Γι’ αυτό που κάποιοι λένε αληθινή αγάπη. Λένε πως κάτι τέτοιες ώρες βασανίζεσαι και το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Κι είναι καλύτερα στον ύπνο να βυθίζεσαι, Απ’ το να περιφέρεσαι ξανά στα ίδια και τα ίδια. Απ

Του Έρωτα και του Θανάτου (Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Στης πικροδάφνης τον ανθό και στης ιτιάς το δάκρυ που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη στου κόρφου σου τα βότανα και στην ποδιά σου πάνω έγειρα να αποκοιμηθώ, τον πυρετό να γιάνω Έκλεισα τα ματάκια μου κι είδα όνειρο μεγάλο πως σε μια αυλή, για χάρη σου, πάλευα με το χάρο Και φώναξες σαν σ' άρπαξε και μ' είδες να σαστίζω: "μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω, μόνο σκουλήκι να γενείς, να 'ρθεις να μ' ανταμώσεις κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις Ένα φιλί αλλιώτικο που ανάσα δε θα φέρνει μα μες στης γης τις μυρωδιές τα κάλλη μου θα σπέρνει" Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ' ανταμώσω, κρυφά στο σώμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω Στο έμπα χίλια σου 'δωκα, στο έβγα δυο χιλιάδες, γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες Κι εκεί στης γης τις μυρωδιές, στην παιχνιδιάρα σήψη ο Έρωτας τον Θάνατο μπόρεσε να νικήσει Απ' τα φιλιά που χάρισα στα κάλλη του κορμιού σου λο

Dans ma rue (ZAZ)

j'habite un coin du vieux Montmartre Mon père rentre soûl tous les soirs Et pour nous nourrir tous les quatre Ma pauvre mére travaille au lavoir. Moi j'suis malade, j'rêve à ma fenêtre me Je regarde passer les gens d'ailleurs Quand le jour vient à disparaître Il y a des choses qui me font un peu peur Dans ma rue il y a des gens qui s' prominent J'les entends chuchoter dans la nuit Quand je m'endors bercée par une rengaine J'suis soudain réveillée par des cris Des coups d'sifflet, des pas qui traînent, qui vont et viennent Puis le silence qui me fait froid dans tout le Coeur Dans ma rue il y a des ombres qui s' prominent Et je tremble et j'ai froid et j'ai peur Mon père m'a dit un jour : "la fille, Tu ne vas pas rester là sans fin T'es bonn' à rien, ça c'est d'famille Faudrait voir à gagner ton pain Les hommes te trouvent plutôt jolie Tu n'auras qu'à sortir le soir Il y'a bien des femmes qui

Ρέκβιεμ για τον Νίκο (Ωχρά Σπειροχαίτη)

Νύχτα Γενάρη μαθητικά πόλη που καίγεται λουλούδι π' ανθίζει μάτια που χαίρονται ανταύγειες του χάους σκιάχτρα σκιαγμένα τυράννων υπάλληλοι Στο χαλασμό ο Νίκος με βρίσκει με τραβάει απ' το χέρι βόλτα να πάμε στην Κάνιγγος λέει ο μπάτσοι συντονίζονται να δούμε πρώτα και μετά να τα "χώσουμε" Βραχνή η φωνή βραχνή και η βόλτα στην πλατεία μας στρίμωξαν στα χέρια μας κόζαραν μας πέταξαν κούτσουρα σε καπνισμένους ματάδες χτυπάγαν γελώντας οι παρακρατικοί Σφίξε το χέρι μου ματωμένος μη γελάς το πείσμα δεν τσακίζεται μα σε χτυπήσανε πολύ Ο χρόνος κύλησε χωρίς περιστροφές τον Νίκο διέκρινες μέσα στους αρνητές δεκαεννιάχρονα κείμενα και φωνές φιγούρα που διαγράφονταν από τις φωτιές Μπροστά του βγήκε ραντεβού με τον στρατό κλαγγή γνωστή ταπείνωσης κάλεσμα νωρίς για το Νίκο συνείδησης παίδεμα ρημάδα απόφαση γι' ανάπηρους δρόμους Ολόκληρους μήνες έξη φαγώθηκε η βραχνή του σάλπιγγα σαρακώθηκε είπε θα πάω κι ας πάει στο διάο